traffic в Греческий

произношение
ουσ. δοσοληψία, εμπόριο, κυκλοφορία, μεταφορά, συγκοινωνία, τροχαία κίνηση, τροχαία κυκλοφορία, κίνηση, κίνηση εις τους δρόμους
ρήμ. εμπορεύομαι

Пример Предложения

When we left, we drove without knowing well into a road with less traffic.
Όταν φύγαμε, οδηγήσαμε χωρίς ξέρουμε καλά σε ένα δρόμο με λιγότερη κίνηση.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
After some time, we arrived at a place with much more traffic.
Μετά από λίγη ώρα, φτάσαμε σε ένα μέρος με πολύ περισσότερη κυκλοφορία.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
He had a traffic accident.
Αυτός είχε ένα ατύχημα.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
Human trafficking is a crime.
Η διακίνηση ανθρώπων είναι ένα έγκλημα.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
I lost my wife in a traffic accident.
Έχασα τη γυναίκα μου σε τροχαίο ατύχημα.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
I was involved in a traffic accident.
Ενεπλάκην σε ατύχημα.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
The road was clear of traffic.
Ο δρόμος δεν είχε φόρτο κυκλοφορίας.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
The traffic light changed to red.
Το φανάρι άναψε κόκκινο.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
Traffic accidents happen daily.
Τροχαία ατυχήματα συμβαίνουν καθημερινά.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
Traffic accidents happen every day.
Τροχαία ατυχήματα συμβαίνουν καθημερινά.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!

Синонимы

1. transit: transportation, travel, movement, influx, passage
2. trade: commerce, business, transactions, exchange



dictionary extension
© dictionarist.com