cunning в Греческий

произношение
επίθ. πολυμήχανος, πονηρός, πανούργος, επιτήδειος
ουσ. πονηριά, επιτηδειότης, επιτηδειότητα, εξυπνάδα, διαβολιά, μαγκιά

Пример Предложения

Time and again they risk their lives in search of cunning new escape routes.
Επανειλημμένα θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή τους σε αναζήτηση νέων οδών διαφυγής.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
Tsunga called Mugabe's policy 'cunning genocide', because it is not being noticed by governments, aid organisations or the press.
Ο Tsunga αποκάλεσε την πολιτική του Μουγκάμπε "επιτήδεια γενοκτονία", διότι δεν γίνεται αντιληπτή από τις κυβερνήσεις, τις οργανώσεις παροχής βοήθειας ή τον Τύπο.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
Adopting more and more suppressive and, basically, ineffectual measures, which have nothing to do with combating terrorism, is mere cunning.
Η υιοθέτηση κάθε φορά αυστηρότερων μέτρων καταστολής, ουσιαστικά ατελέσφορων, είναι εκ του πονηρού και έχει άλλους από την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στόχους.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
The second relates to the cunning behind the cuts, whereby all that mattered was approval of the draft budget.
Η δεύτερη έχει να κάνει με την πονηριά με την οποία έγιναν οι περικοπές, για να επιτευχθεί η έγκριση του σχεδίου του προϋπολογισμού.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
In my view there is more cunning in the proposal to use the average salary.
Προσωπικά, διακρίνω προπάντων μία πονηριά στην πρότασή του για τον μέσο όρο.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
It is certainly the line of least resistance, but above all it is a cunning ploy.
Είναι ασφαλώς ο δρόμος με τις λιγότερες αντιστάσεις, αλλά προ πάντων είναι ένας πονηρός δρόμος.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!

Синонимы

1. skillful: ingenious
2. sly: deep, artful, designing, crafty, insidious, foxy, machiavellian
3. skill: ability, adroitness, expertness
4. slyness: policy, artfulness, art, wile, artifice, craft, finesse



dictionary extension
© dictionarist.com