a bomb в Греческий

произношение
ουσ. ατομική βόμβα

Пример Предложения

Last week, a policeman with a family was killed in Sicily when spectators threw a bomb at him.
Την περασμένη εβδομάδα, ένας οικογενειάρχης αστυνομικός σκοτώθηκε στη Σικελία όταν θεατές του πέταξαν βόμβα.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
(CS) Ladies and gentlemen, this weekend the Czech Republic's Ambassador to Pakistan became a victim of a bomb attack in that country.
(CS) Κυρίες και κύριοι, αυτό το Σαββατοκύριακο ο πρεσβευτής της Τσεχικής Δημοκρατίας στο Πακιστάν έπεσε θύμα βομβιστικής επίθεσης σε αυτή τη χώρα.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
Mr Solana has explained to us that uranium is all that is needed to make a bomb.
Ο κ. Σολάνα μας εξήγησε ότι το μόνο που χρειάζεται για την κατασκευή βόμβας είναι το ουράνιο.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
Two days prior to that incident, terrorists set off a bomb in Bilbao, injuring two other officers of the same police force.
Δύο ημέρες πριν, στο Μπιλμπάο, οι τρομοκράτες ανατίναξαν παγιδευμένη βόμβα με στόχο δύο άλλους αστυνομικούς του ίδιου σώματος, οι οποίοι τραυματίστηκαν.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
Mr Kerr had only finished his initial training in December; he was only 25 and a bomb exploded under his car.
Ο κ. Kerr είχε ολοκληρώσει την αρχική του εκπαίδευση μόλις τον Δεκέμβριο· ήταν μόνο 25 ετών και μια βόμβα εξερράγη κάτω από το αυτοκίνητό του.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
If the Council continues in this way, then it will itself be placing a bomb under the Interinstitutional Agreement.
Σε περίπτωση που το Συμβούλιο συνεχίσει την πορεία που ακολουθεί, πιστεύω ότι θα τινάξει στον αέρα τη διοργανική συμφωνία.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
But there is a bomb beneath the support of the Structural Funds.
Ωστόσο, στη βάση των διαρθρωτικών ταμείων υπάρχει μία βόμβα.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
A bomb of money which is not being spent.
Μία βόμβα πόρων που παραμένουν αδιάθετοι.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
The post office, for example, looks out for a bomb, if one is suspected.
Και το ταχυδρομείο ψάχνει για βόμβα αν υπάρχουν τέτοιες υποψίες.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!
Mr President, on Friday of last week a bomb exploded in a crowded part of central London.
Κύριε Πρόεδρε, την προηγούμενη Παρασκευή εξερράγη βόμβα σε ένα πολυσύχναστο μέρος του κεντρικού Λονδίνου.
pronunciation pronunciation pronunciation Сообщить об ошибке!


dictionary extension
© dictionarist.com